Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Το ΕΔΔΑ και η θρησκευτική ελευθερία στην Ελλάδα (του Κωνσταντίνου Παυλίδη)

Κατηγορία Καστοριά

Γράφει ο συμπολίτης μας, Κωνσταντίνος Παυλίδης.

Ένα από τα ζητήματα που επικρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από την ελληνική πολιτική σκηνή τις τελευταίες δεκαετίες  είναι οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, το εάν δηλαδή το ελληνικό κράτος θα συνεχίσει να έχει την ασφυκτική αυτή σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία ή εάν θα προτιμήσει την ουδετερότητα και αμεροληψία όπως έχει κάνει η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών. Τις προηγούμενες δεκαετίες μάλιστα, η αμφισβήτηση του status quo της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούσε ‘’κόκκινο πανί’’ για το σύνολο της θρησκευτικής κοινότητας, η οποία όταν συνειδητοποιούσε ότι θιγόταν από κάποιο μέτρο της πολιτείας , έδειχνε την ισχύ της , ασκώντας ‘’οιονεί πολιτική εξουσία’’. Σήμερα, ωστόσο, μετά την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ αλλά και της εξέλιξης του ευρωπαϊκού δικαίου στην κατεύθυνση της ομοσπονδοποίησης της Ευρώπης έχουν αλλάξει σωρηδόν τα δεδομένα αφού όλα τα κράτη της Ένωσης υποχρεούνται στην υιοθέτηση κάποιων κοινών μέτρων. Ειδικότερη έκφανση των σχέσεων κράτους- Εκκλησίας, η οποία ήρθε στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου τους προηγούμενους  μήνες  είναι το κατά πόσο στα σχολεία του ελληνικού κράτους οι μαθητές θα διδάσκονται το μάθημα των θρησκευτικών και ποια θα είναι η μορφή του.

 

Καταρχάς, ούτε το Σύνταγμα μας αλλά ούτε και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο πρότυπο θρησκευτικής εκπαίδευσης, αλλά θέτουν σε κάθε περίπτωση κάποια ακραία όρια ώστε να αποφεύγεται ο θρησκευτικός φανατισμός και η μισαλλοδοξία. Με άλλα λόγια το ελληνικό κράτος είναι σε κάθε περίπτωση ελεύθερο να επιλέξει είτε την απλή θρησκειολογική ενημέρωση των μαθητών είτε την κατηχητική εκπαίδευση τους ως προς την επικρατούσα θρησκεία. Βέβαια, στη χώρα μας λόγω της τεράστιας συμβολής της ορθοδοξίας στην ιστορική πορεία του ελληνισμού, θεωρείται αυτονόητο από το σύνολο σχεδόν των μέχρι τώρα κυβερνήσεων πως τα θρησκευτικά θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην επικρατούσα θρησκεία και συνεπώς να γίνεται κατηχητική διδασκαλία για το Ορθόδοξο δόγμα. Από μόνο του το γεγονός όμως, ότι οι Έλληνες  γονείς στην πλειοψηφία τους είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν μπορεί να δημιουργήσει αμάχητο τεκμήριο σχετικά με του τι είδος εκπαίδευση θα λάβουν τα παιδιά τους. Έτσι λοιπόν, αν κάποιοι γονείς δεν επιθυμούν για οποιοδήποτε λόγο τα παιδιά τους να διδαχθούν το μάθημα των θρησκευτικών με το κατηχητικό μοντέλο που ισχύει έχουν το δικαίωμα με βάση το άρθρο 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 13 του Συντάγματος , να αρνηθούν την παρεχόμενη θρησκευτική εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό βέβαια, ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: θα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να αποδείξουν και να αιτιολογήσουν τον λόγο της απαλλαγής από τα θρησκευτικά ή αρκεί μόνο μια απλή δήλωση βούλησης. Δυστυχώς , η χώρα μας μέχρι και σήμερα απαιτούσε την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης στη Διεύθυνση του κάθε σχολείου η οποία θα ορίζει και θα αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο οι γονείς επιθυμούν τα παιδιά τους να μην συμμετέχουν στην παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών, παραβιάζοντας κάθε έννοια ιδιωτικότητας δεδομένου ότι η δήλωση αυτή ως έγγραφο της διοίκησης θα παρέμενε στα αρχεία του σχολείου.

 

Την οριστική απάντηση στο παραπάνω πρόβλημα  ήρθαν να δώσουν για άλλη μια φορά οι δικαστές του ΕΔΔΑ, οι οποίοι υποχρέωσαν τη χώρα μας να συμμορφωθεί με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης το οποίο επιβάλλει τον πλήρη σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των ατόμων σε όλες της τις μορφές.

 

Πιο συγκεκριμένα, πριν λίγους μήνες πέντε Έλληνες υπήκοοι ( γονείς και παιδιά αυτών) κάτοικοι των μικρών νησιών της Μήλου και της Σίφνου, αφού εξάντλησαν όλες τις δυνατότητες που είχαν σε εθνικό επίπεδο κατέφυγαν στο Δικαστήριο του Στρασβούργου διαμαρτυρόμενοι για την υποχρέωση που τους επέβαλε η χώρα μας να αιτιολογήσουν το λόγο για τον οποίο τα παιδιά τους επιθυμούν την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών. Το Δικαστήριο, λοιπόν, είχε να εξετάσει το κατά πόσο η αιτιολογία για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών συνιστά δυσανάλογο βάρος για τους προσφεύγοντες, μέσω της απαίτησης να γνωστοποιήσουν φιλοσοφικές ή θρησκευτικές τους απόψεις. Πράγματι το ΕΔΔΑ, έκρινε πως στην Ελλάδα παραβιάζεται στην αρνητική της όψη η  θρησκευτική ελευθερία των ατόμων αυτών τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι υποχρεωμένα να δηλώνουν στη Διοίκηση( πχ στον διευθυντή ενός σχολείου) τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Στο σκεπτικό του Δικαστηρίου μάλιστα αναφέρεται, πως η επέμβαση αυτή των κρατικών αρχών στη σφαίρα της ιδιωτικής συνείδησης θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο δημόσιου στιγματισμού ιδίως στις μικρότερες πόλεις. Για όλους τους παραπάνω λόγους κρίθηκε πως η Ελλάδα με την εμμονή της να απαιτεί από τους μαθητές των σχολείων να αιτιολογούν την επιθυμία τους να μην παρακολουθούν τα θρησκευτικά, παραβίασε το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ερμηνευμένου υπό το πρίσμα του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ.  

 

Στο ίδιο σκεπτικό με το ΕΔΔΑ  κινήθηκε πριν λίγους μήνες και το ΣτΕ το οποίο αφού έκρινε και αυτό με τη σειρά του πως για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών απαιτείται μόνο δήλωση του ενδιαφερόμενου, στη συνέχεια συμπλήρωσε την απόφαση του αναφέροντας πως ‘’σε κάθε περίπτωση πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της Ορθόδοξης Χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους Ορθόδοξους Χριστιανούς μαθητές’’. Το τελευταίο αυτό σκεπτικό του δικαστηρίου μπορεί αφενός να επιβεβαιώνει τον κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών , ωστόσο αγνοεί επιδεκτικά πως με το Σύνταγμα του 1975  απαλείφθηκε η υποχρέωση του κράτους να θεσπίζει τη διδασκαλία στη κατεύθυνση του ορθόδοξου δόγματος. Η Ελληνική Δημοκρατία από το 1975 και ύστερα έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει μόνη της για την κατεύθυνση της εκπαίδευσης, ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα.

 

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η παραπάνω απόφαση του ΕΔΔΑ η οποία υιοθετήθηκε κατά κάποιο τρόπο και από το ΣτΕ αποτελεί μια ηλιαχτίδα φωτός για την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας στη χώρα μας. Ας μην λησμονούμε εξάλλου, πως στο παθητικό της η χώρα μας έχει τουλάχιστον 7 καταδίκες από το ΕΔΔΑ για παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και εκατομμύρια ευρώ σε χρηματικά πρόστιμα για το σκοπό αυτό. Σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως ιδεολογίας και μικροπολιτικών συμφερόντων είναι επιτακτικό να υιοθετηθούν και νομοθετικά μέτρα τα οποία θα έχουν στόχο να εγγυηθούν την ισότιμη μεταχείριση όλων των θρησκευτικών ομάδων, χωρίς το κράτος να μεροληπτεί για κάποια από αυτές. Ας συνειδητοποιήσουμε επιτέλους στην Ελλάδα το ότι η βαθειά πίστη των περισσότερων από εμάς στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη είναι ατομική μας υπόθεση και όχι κρατικός θεσμός. Όλα τα παραπάνω βέβαια , εάν πραγματικά θέλουμε να λεγόμαστε Ευρώπη…

 

Ο Κωνσταντίνος Παυλίδης κατάγεται από την Καστοριά και είναι φοιτητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ενδιαφέρεται έντονα για τα πολιτικά και τα νομικά δρώμενα και έχει ιδιαίτερη αγάπη για τα πανεπιστημιακά ζητήματα. Εδώ και μερικά χρόνια έχει αρχίσει να δραστηριοποιείται πιο ενεργά στον πολιτικό στίβο και η αρθρογραφία αποτελεί ένα νέο ξεκίνημα για αυτόν.

 

pollsandpolitics.gr

Χρήστος Νατσούλης

Όταν θυμάται να αφήσει το μικρόφωνο, πιάνει το... πληκτρολόγιο

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.